μπαίνω
ρήμα1. Εισέρχομαι σε χώρο ή τόπο, περνώντας από την είσοδο, το άνοιγμα ή το σημείο πρόσβασης.
2. Συμμετέχω ή εντάσσομαι σε ομάδα, δραστηριότητα, συζήτηση ή διαδικασία.
Συνώνυμα
εισέρχομαι επιβιβάζομαι συνδέομαι μπω χωράω τρυπώνω χωθώ σκαρφαλώνω διαβαίνω περνώ προσέρχομαι μπουκάρω εισδύω εισχωρώ εισάγομαι χωρώ έρχομαι αρχίζω ανακατεύομαι άρχομαι ποντάρω συμπεριλαμβάνομαι εισβάλλω προσχωρώ εντάσσομαι συμμετέχω ξεκινώ αναλαμβάνω εισβαίνω φτάνω ξεκινάω ανεβαίνω συμπεριλαμβάνω επισκέπτομαι ενώνομαι επιλαμβάνομαι παρίσταμαι παρεμβαίνω πετάγομαι αναβαίνω ενεργοποιούμαι ενσωματώνομαι επεμβαίνω καταφτάνω μεταβαίνω σφηνώνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί μπαίνω στο λεωφορείο για να πάω στη δουλειά.
- Πριν ξεκινήσω, μπαίνω στο email μου για να ελέγξω μηνύματα.
- Σήμερα μπαίνω στην ομάδα ποδοσφαίρου του σχολείου.
- Όταν ακούω μουσική, γρήγορα μπαίνω σε ρυθμό.
- Στη συνάντηση, σπάνια μπαίνω σε συζήτηση για πολιτική.