μάγκας
ουσιαστικό1. Άτομο που επιδεικνύει θρασύτητα και έντονη αυτοπεποίθηση σε κοινωνική συμπεριφορά, συχνά με επιδεικτικό στυλ και αυθάδεια.
Συνώνυμα
μάγκης νταής κουτσαβάκης κουτσαβάκι τσαμπουκάς τσαμπουκλής μπράβος αλήτης παλικάρι λεβέντης αντράκλας κατεργάρης εξυπνάκιας θαρραλέος τολμηρός παλικαράς πανούργος επιτήδειος σκληρός ήρωας αστέρι αρσενικός γκάζιαρης πρωτοπαλίκαρο άνθρωπος τύπος άντρας κύριος άνδρας φιλαράκος πρωταθλητής φιλαράκι γενναίος ικανός ανδρείος κουλ παλληκάρι φίλος αρσενικό παλικαράκι παλικαρίσιος πρωτοκλασάτος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν κινδύνεψε το παιδί, ο μάγκας δεν σκέφτηκε δεύτερη φορά και το έβγαλε από το νερό.
- Είναι μάγκας στις διαπραγματεύσεις — πάντα βρίσκει τρόπο να κερδίσει.
- Ο μάγκας της γειτονιάς προκαλούσε τους άλλους με το θράσος του.
- Είσαι μάγκας, τα κατάφερες μόνος σου.
- Προσποιήθηκε ότι είναι μάγκας, αλλά όταν ήρθαν τα δύσκολα τράπηκε σε φυγή.