αρσενικός

επίθετο

1. Που ανήκει στο αρσενικό βιολογικό φύλο ή σχετίζεται με αυτό, όταν πρόκειται για άτομα ή ζώα.

2. Που έχει ή εκφράζει γνωρίσματα, ιδιότητες ή συμπεριφορές που κοινωνικά αποδίδονται στο αρσενικό φύλο.

Συνώνυμα

αρσενικό ανδρικός αντρικός ματσό μάγκας

Αντώνυμα

θηλυκός θηλυκό γυναικείος γυναικώδης

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αρσενικός σκύλος κοιμάται στο σαλόνι.
  • Ο αρσενικός του είδους έχει πολύχρωμο φτέρωμα για να προσελκύει το θηλυκό.
  • Ο αρσενικός της οικογένειας πήρε την απόφαση να μετακομίσουν.
  • Ο αρσενικός στην ελληνική γραμματική αντιστοιχεί στο γένος ουσιαστικών όπως 'άνδρας' και 'πατέρας'.
  • Ο αρσενικός του πληθυσμού τείνει να είναι πιο επιθετικός κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγής.