πρωταθλητής

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο ή ομάδα που έχει κατακτήσει τον πρώτο τίτλο σε επίσημο πρωτάθλημα, διαγωνισμό ή αγώνα.

2. Πρόσωπο ή ομάδα που θεωρείται πρώτο σε ικανότητα ή απόδοση σε συγκεκριμένο τομέα, συνήθως λόγω διακρίσεων ή συνεχών επιτυχιών.

Συνώνυμα

πρωταθλήτρια νικητής νικήτρια θριαμβευτής κορυφαίος πρώτος άριστος πρωτοπόρος πρωταγωνιστής ρεκόρμαν πρωταθλητάκος θεός μάγκας νικάς νικάτωρ ήρωας

Αντώνυμα

ηττημένος χαμένος ουραγός δεύτερος αουτσάιντερ αποτυχών ηττηθείς φλώρος κατώτερος

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο πρωταθλητής κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στους αγώνες.
  • Οι πρωταθλητές του συλλόγου πανηγύρισαν την άνοδο στην Α' κατηγορία.
  • Η πρωταθλήτρια του τένις έδωσε συνέντευξη μετά τον τελικό.
  • Ο δήμος έγινε πρωταθλητής στην ανακύκλωση, μειώνοντας τα απορρίμματα κατά 50%.
  • Τον χαρακτήρισαν πρωταθλητή της αναβλητικότητας επειδή ποτέ δεν τελείωνε τις εργασίες.