κομπλέ

επίθετο

1. Που είναι ολόκληρο, χωρίς ελλείψεις ή κατακερματισμό.

2. Που βρίσκεται σε καλή λειτουργική κατάσταση και δεν παρουσιάζει ζημιά ή βλάβη.

3. Που έχει ρυθμιστεί ή οργανωθεί πλήρως και είναι έτοιμο προς χρήση χωρίς επιπλέον ενέργειες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Όλα είναι κομπλέ.
  • Το σετ του επίπλου ήρθε κομπλέ, με όλα τα εξαρτήματα.
  • Ο Γιάννης ήταν κομπλέ μαζί μου και μου εξήγησε υπομονετικά.
  • Πλήρωσα τον λογαριασμό κομπλέ και δεν χρωστάω τίποτα.
  • Το αμάξι είναι κομπλέ, δεν έχει κανένα πρόβλημα.