θυμός
ουσιαστικό1. Έντονη συναισθηματική κατάσταση με αρνητική φόρτιση, που συνοδεύεται από ψυχοφυσιολογικές αλλαγές (όπως αυξημένος καρδιακός ρυθμός και μυϊκή τάση) και συχνά από τάση για αντιδραστική ή επιθετική συμπεριφορά.
Συνώνυμα
οργή λύσσα πάθος αγανάκτηση μνησικακία βρασμός οργισμός μανία εκνευρισμός αναβρασμός οίστρος ζήλος θύελλα έκρηξη ανάφλεξη ψυχή συναίσθημα αίσθημα πικρία νεύρο ψυχολογία σκάσιμο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο θυμός του ήταν φανερός όταν άκουσε τα νέα.
- Ο θυμός της για την αδικία την ώθησε να διαμαρτυρηθεί.
- Ο θυμός των πολιτών εκδηλώθηκε με πορεία στο κέντρο της πόλης.
- Ο θυμός μπορεί να θολώσει την κρίση και να προκαλέσει βιαστικές αποφάσεις.
- Με υπομονή και συζήτηση κατάφεραν να μειώσουν τον θυμό και να συμφωνήσουν.