ηλίθιος
επίθετο1. Που εμφανίζει έλλειψη ικανότητας για λογική σκέψη, κρίση ή κατανόηση· παρουσιάζει φτωχή νοητική λειτουργία σε σχέση με τα αναμενόμενα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μην είσαι ηλίθιος, σκέψου πριν μιλήσεις.
- Έκανα ένα ηλίθιο λάθος και ξέχασα τα κλειδιά στο αυτοκίνητο.
- Την απέφευγαν επειδή τη θεωρούσαν ηλίθια, αν και ήταν πολύ δημιουργική.
- Όλοι νόμιζαν πως ήταν ηλίθιοι, αλλά απέδειξαν το αντίθετο.
- Ήταν ηλίθιος που πίστεψε τόσο εύκολα τα ψέματα.