ευμενής
επίθετο1. Που εκδηλώνει ή εκφράζει ευνοϊκή διάθεση προς κάποιον ή κάτι, αντιμετωπίζοντας με καλοπροαίρετη και υποστηρικτική στάση.
2. Που ευνοεί την επιτυχία, την ανάπτυξη ή την ευνοϊκή έκβαση ενός γεγονότος, συνθήκης ή σχεδίου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
εχθρικός κακόβουλος κακοπροαίρετος δυσμενής αυστηρός σκληρός επιθετικός ψυχρός αδιάφορος αντίθετος απρόσιτος απορριπτικός κρύος κακός ενοχλητικός εχθρή
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καιρός ήταν ευμενής για την υπαίθρια συναυλία.
- Η διευθύντρια ήταν ευμενής απέναντι στους νέους υπαλλήλους.
- Ο κριτής ήταν ευμενής στην αξιολόγηση των αρχάριων.
- Η εφημερίδα υπήρξε ευμενής προς την τοπική επιχείρηση.
- Η πρόγνωση του γιατρού ήταν ευμενής.