ενθουσιάζομαι
ρήμα1. Αισθάνομαι έντονη χαρά, ζωηρή συγκίνηση ή θετική προσμονή εξαιτίας κάποιου γεγονότος, ιδέας, προσώπου ή δραστηριότητας.
2. Εκδηλώνω με λόγια ή συμπεριφορά ζωηρό ενδιαφέρον, ενθουσιασμό ή θαυμασμό.
Συνώνυμα
συναρπάζομαι εκστασιάζομαι χαίρομαι τρελαίνομαι παραληρώ παραμιλάω εξιτάρομαι γοητεύομαι ευφραίνομαι ευχαριστιέμαι καθηλώνομαι ψήνομαι ενδιαφέρομαι ξεσηκώνομαι συγκινούμαι ανυπομονώ παθιάζομαι λιώνομαι παρασέρνομαι φλέγομαι ανεβαίνω πανηγυρίζω φουντώνω ανάβω ανασταίνομαι απογειώνομαι ευτυχώ ικανοποιούμαι παρασύρομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν ακούω την αγαπημένη μου μουσική, ενθουσιάζομαι.
- Μόλις με ενημέρωσαν για τη νέα θέση, ενθουσιάζομαι για τις προοπτικές.
- Μπαίνω σε ένα μουσείο και αμέσως ενθουσιάζομαι με τα έργα τέχνης.
- Όταν βλέπω τα παιδιά να παίζουν τόσο χαρούμενα, ενθουσιάζομαι.
- Προσέχω να μην ενθουσιάζομαι υπερβολικά πριν δω τα αποτελέσματα.