ξεχνιέμαι

ρήμα

1. Αφήνω προσωρινά ή για λίγο έξω από τη σκέψη μου κάτι που με απασχολεί ή που θα έπρεπε να προσέξω.

2. Χάνω για λίγο τη συγκέντρωσή μου επειδή απορροφώμαι από κάτι άλλο.

Συνώνυμα

αφηρούμαι απορροφούμαι παρασύρομαι χάνομαι αποξεχνιέμαι παραμελούμαι ξεμακραίνω ντελαντάρω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Όταν διαβάζω αργά το βράδυ, μερικές φορές ξεχνιέμαι και χάνω την ώρα.
  • Στη συζήτηση ξεχνιέμαι εύκολα και μιλάω περισσότερο απ’ όσο πρέπει.
  • Μπροστά στο αγαπημένο μου βιβλίο ξεχνιέμαι για ώρες.
  • Όταν ξεχνιέται στο παιχνίδι, δεν ακούει κανέναν γύρω του.
  • Μην ξεχνιέστε στην κουβέντα και χάσετε το ραντεβού σας.