ενέργεια
ουσιαστικό1. Μέγεθος στη φυσική που εκφράζει την ικανότητα ενός συστήματος ή σώματος να εκτελέσει έργο ή να προκαλέσει μεταβολή στην κατάσταση άλλων σωμάτων.
2. Μορφή ενέργειας που παράγεται, μεταφέρεται ή καταναλώνεται μέσω της ροής ηλεκτρικών φορτίων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ενέργεια δεν μπορεί να δημιουργηθεί ούτε να καταστραφεί, μόνο να μετατραπεί.
- Το εργοστάσιο παράγει αρκετή ενέργεια για όλη την πόλη.
- Τα παιδιά έχουν πάντα μεγάλη ενέργεια το πρωί.
- Απαιτείται άμεση ενέργεια από την κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της κρίσης.
- Κατά τη γιόγκα μαθαίνουμε να κατευθύνουμε την ενέργεια μέσα στο σώμα.