ειρηνικός
επίθετο1. Που χαρακτηρίζεται από απουσία πολέμου, βίας ή ένοπλων συγκρούσεων και προωθεί την ειρήνη και τη συνεργασία μεταξύ ανθρώπων ή κρατών.
2. Που είναι ήρεμος, γαλήνιος και χωρίς ένταση ή αναστάτωση, για χαρακτήρα, χώρο ή κατάσταση.
Συνώνυμα
ήρεμος ατάραχος γαλήνιος ήσυχος ηρεμικός ειρηνόφιλος ειρηνιστικός ήπιος χαλαρός διαλλακτικός συμφιλιωτικός ακίνδυνος ηρεμημένος άκακος ήμερος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ειρηνικός γείτονας αποφεύγει τις διαφωνίες.
- Η ειρηνική πόλη κοιμόταν ήσυχα τη νύχτα.
- Μετά τον πόλεμο υπήρξε μια ειρηνική περίοδος.
- Το ειρηνικό περιβάλλον του πάρκου ευνοεί την ανάπαυση.
- Ο ειρηνικός ωκεανός απλώνεται πέρα από την ακτή.