διαχωρίζω
ρήμα1. Προκαλώ διάσπαση ή απομάκρυνση στοιχείων που ήταν ενωμένα, ώστε να γίνουν ξεχωριστά και ανεξάρτητα.
2. Ορίζω ή επισημαίνω όρια ανάμεσα σε αντικείμενα, ιδέες ή κατηγορίες, καθιστώντας τα διακριτά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ενώνω συγχωνεύω συνενώνω ενσωματώνω αναμειγνύω ανακατεύω συνδέω σχετίζω αρθρώνω επανενώνω συνάπτω συσχετίζω συγχέω εντάσσω συνδυάζω διασταυρώνω συγκολλώ συνθέτω σχηματίζω μπλέκω αθροίζω αφομοιώνω εμπλέκω επανασυνδέω ζυμώνω συγκρίνω συναθροίζω συσπειρώνω ενοποιώ κουμπώνω στριμώχνω μοιάζω συγκροτώ συμπορεύομαι συντονίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Στο σπίτι διαχωρίζω τα σκουπίδια σε ανακυκλώσιμα και οργανικά.
- Στο σχολείο διαχωρίζω τους μαθητές ανάλογα με την ηλικία τους.
- Στην ανάλυση διαχωρίζω τη θεωρία από την πρακτική εφαρμογή.
- Στο εργαστήριο διαχωρίζω τα μείγματα με φυγοκέντρηση.
- Στην έκθεση διαχωρίζω τα δεδομένα κατά φύλο και κατά ηλικιακή ομάδα.