διαφύλαξη

ουσιαστικό

1. Πράξη ή αποτέλεσμα της διατήρησης και προστασίας κάτι από φθορά, απώλεια ή αλλοίωση.

2. Φύλαξη και επιμέλεια αντικειμένων, εγγράφων ή πόρων με στόχο την ασφαλή διατήρησή τους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διαφύλαξη των αρχαιοτήτων είναι πρωταρχική προτεραιότητα.
  • Η διαφύλαξη των προσωπικών δεδομένων απαιτεί ισχυρά μέτρα ασφαλείας.
  • Η διαφύλαξη της ειρήνης στην περιοχή επιτεύχθηκε μέσω διαπραγματεύσεων.
  • Η διαφύλαξη του περιβάλλοντος χρειάζεται τη συνεργασία όλων.
  • Η διαφύλαξη των δικαιωμάτων των πολιτών εξασφαλίζει τη δικαιοσύνη.
  • Η διαφύλαξη της παράδοσης γίνεται μέσα από τα τοπικά έθιμα.