διανέμω

ρήμα

1. Παραδίδω ή τοποθετώ αντικείμενα, αγαθά ή έντυπα σε πολλούς αποδέκτες ή σημεία, συνήθως με σκοπό τη χρήση, την πώληση ή την ενημέρωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στη γειτονιά διανέμω τρόφιμα σε οικογένειες που έχουν ανάγκη.
  • Κάθε πρωί διανέμω τις εφημερίδες στην περιοχή.
  • Στη σύσκεψη διανέμω τα καθήκοντα στα μέλη της ομάδας.
  • Στο μάθημα διανέμω τα ψηφιακά αρχεία μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας.
  • Στο σούπερ μάρκετ διανέμω δείγματα προϊόντων στους πελάτες.