διένεξη
ουσιαστικό1. Περιστατικό ή κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα, ομάδες ή φορείς έχουν αντικρουόμενες απόψεις, αξιώσεις ή συμφέροντα και εκδηλώνουν αντιπαράθεση είτε με λόγια είτε με πράξεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διένεξη ξέσπασε για την κατανομή της κληρονομιάς.
- Οι διαπραγματευτές προσπαθούν να επιλύσουν τη διένεξη ανάμεσα στις δύο χώρες.
- Μια εσωτερική διένεξη στο κόμμα απειλεί την ενότητά του.
- Στο δικαστήριο παρουσιάστηκαν στοιχεία για τη διένεξη μεταξύ των εταιρειών.
- Μια μικρή διένεξη στο δρόμο μετατράπηκε σε έντονη λογομαχία.