γελοίος
επίθετο1. Που προκαλεί γέλιο ή χλευασμό εξαιτίας αστείας, υπερβολικής ή ανορθόδοξης εμφάνισης ή συμπεριφοράς.
2. Που φαίνεται παράδοξο ή ασύμβατο με το αναμενόμενο ή το σοβαρό, ώστε να θεωρείται αξιομνημόνευτα άστοχο ή ανόητο.
Συνώνυμα
γελοιώδης αστείος κωμικός παράλογος τραγελαφικός χαζός εξωφρενικός βλακώδης παράξενος ανόητος τρελός τραγικός ντροπιαστικός ανούσιος ηλίθιος μωρός αξιολύπητος άτοπος κακόγουστος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συμπεριφορά του ήταν γελοία.
- Ο πολιτικός φάνηκε γελοίος μπροστά στις κάμερες.
- Το ποσό που ζητούν για ένα εισιτήριο είναι γελοίο.
- Οι ισχυρισμοί τους ήταν γελοίοι και δεν πείθουν κανέναν.
- Οι αντιρρήσεις της ομάδας ήταν γελοίες.
- Έκανε έναν γελοίο χορό για να διασκεδάσει το κοινό.