γαμάτος
επίθετο1. Που προκαλεί έντονη θετική εντύπωση ή θαυμασμό σε σχέση με τις ικανότητες, την εμφάνιση, τη λειτουργία ή τη συνολική εμπειρία ενός προσώπου, αντικειμένου ή γεγονότος σε ανεπίσημο λόγο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φίλος μου είναι γαμάτος.
- Ο αγώνας χθες ήταν γαμάτος!
- Τι γαμάτος ήχος έχει αυτή η κιθάρα!
- Δεν είναι και γαμάτος, αλλά προσπαθεί.
- Ο καθηγητής είναι γαμάτος όταν εξηγεί τα δύσκολα θέματα.