αφελής
επίθετο1. Που παρουσιάζει έλλειψη εμπειρίας ή επιφυλακτικότητας, τείνει να εμπιστεύεται εύκολα άλλους και να παραβλέπει πιθανές κακοπροαίρετες προθέσεις ή κινδύνους.
Συνώνυμα
εύπιστος ευκολοπίστευτος ανυποψίαστος ναΐφ αθώος απλοϊκός κουτός ανίδεος ελαφρόμυαλος μαλάκας απλός αδαής ανόητος χαζός επιπόλαιος αμαθής ηλίθιος μωρός πράσινος παιδικός βλάκας ιδιώτης άκακος αδιάκριτος ανώριμος βλακώδης παράλογος ανεπιτήδευτος
Αντώνυμα
δύσπιστος καχύποπτος υποψιασμένος πονηρός επιφυλακτικός έμπειρος συνετός προσεκτικός ευφυής πανούργος ψαγμένος εξυπνάκιας παρανοϊκός μυαλωμένος οξυδερκής προνοητικός σοφός ξύπνιος έξυπνος γνώστης δεινός σέξι ορθολογικός εφευρετικός υποκριτικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νεαρός ήταν αφελής και πίστεψε όλες τις υποσχέσεις του απατεώνα.
- Η αφελής γυναίκα άνοιξε την πόρτα σε έναν άγνωστο χωρίς δεύτερη σκέψη.
- Η ιδέα ότι θα επιλύσουμε το θέμα χωρίς σχέδιο ήταν αφελής.
- Ήμουν αφελής που πίστεψα ότι όλα θα πήγαιναν τέλεια.
- Όλοι έλεγαν ότι είναι αφελής, αλλά τελικά απέδειξε το αντίθετο.