αυτοσυγκράτηση
ουσιαστικό1. Ικανότητα ή τάση του ατόμου να συγκρατεί τα συναισθήματα, τις επιθυμίες ή τις παρορμήσεις του, ώστε να μην εκδηλώνονται άμεσα ή υπερβολικά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αυτοσυγκράτηση του Γιάννη απέτρεψε έναν σοβαρό καβγά.
- Πρέπει να δείξεις αυτοσυγκράτηση όταν συζητάς με τους πελάτες.
- Η αυτοσυγκράτηση στην κατανάλωση γλυκών τον βοήθησε να χάσει βάρος.
- Οι παίκτες έδειξαν αυτοσυγκράτηση μετά από προκλητικές αποφάσεις του διαιτητή.
- Η αυτοσυγκράτηση ως αρετή συχνά εκτιμάται περισσότερο από την παρορμητικότητα.