ασυμφωνία
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία απόψεις, θέσεις ή επιδιώξεις δύο ή περισσότερων προσώπων ή ομάδων δεν ταιριάζουν και δεν οδηγούν σε κοινή λύση.
2. Μη αρμονικός ή συγκρουσιακός συνδυασμός ήχων ή τόνων που δημιουργεί αίσθηση έντασης στην ακρόαση.
Συνώνυμα
διαφωνία διχογνωμία αναντιστοιχία ασυμβατότητα δυσαρμονία αντινομία αντίφαση αταίριασμα διάσταση σύγκρουση αντιπαράθεση έριδα κόντρα διχόνοια διαφορά παραφωνία τσακωμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπήρξε ασυμφωνία ανάμεσα στους συμμετέχοντες για την ημερομηνία του συνεδρίου.
- Παρατηρείται ασυμφωνία μεταξύ των οικονομικών στοιχείων και των εκθέσεων του προηγούμενου έτους.
- Η ασυμφωνία των φωνών στο χορωδιακό κομμάτι πρόσθεσε δραματικότητα στην ερμηνεία.
- Η διοίκηση και το προσωπικό βρήκαν κοινή λύση παρά την αρχική ασυμφωνία.
- Η ασυμφωνία των προδιαγραφών ανάγκασε την εταιρεία να επανεξετάσει το προϊόν.