απόδοση

ουσιαστικό

1. Μέτρο της ικανότητας ή του βαθμού με τον οποίο ένα άτομο, μηχάνημα ή σύστημα εκτελεί ένα έργο και πετυχαίνει τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απόδοση του κινητήρα έχει βελτιωθεί μετά την αναβάθμιση.
  • Η απόδοση των επενδύσεων ήταν υψηλή φέτος.
  • Η απόδοση του κειμένου στα ελληνικά είναι πιστή στο πρωτότυπο.
  • Η απόδοση του παίκτη στο γήπεδο ήταν εντυπωσιακή.
  • Η απόδοση του χωραφιού σε σιτάρι ήταν χαμηλή λόγω ξηρασίας.