απροθυμία
ουσιαστικόΚατάσταση ή χαρακτηριστικό της έλλειψης διάθεσης ή επιθυμίας για δράση, εργασία ή συνεργασία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έδειξε απροθυμία να παραδεχτεί το λάθος του.
- Υπήρξε απροθυμία των πολιτών να συμμετάσχουν στη διαβούλευση.
- Η απροθυμία της διοίκησης να απαντήσει στη διαμαρτυρία δημιούργησε ένταση.
- Η απροθυμία του να βοηθήσει τους συναδέλφους ήταν εμφανής.
- Παρατηρήθηκε απροθυμία για αλλαγές στις διαδικασίες.