αποφασιστικότητα
ουσιαστικόΙδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο παίρνει αποφάσεις με βεβαιότητα, σαφήνεια και χωρίς αμφιταλάντευση, επιδεικνύοντας σταθερή πρόθεση και έτοιμη προς εφαρμογή δράση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποφασιστικότητα του αθλητή τον βοήθησε να φτάσει στην κορυφή.
- Έπραξε με αποφασιστικότητα και απέτρεψε την κλιμάκωση.
- Η κυβέρνηση έδειξε αποφασιστικότητα στην αντιμετώπιση της κρίσης.
- Για να πετύχεις πρέπει να έχεις αποφασιστικότητα και επιμονή.
- Η αποφασιστικότητα του γιατρού κατά τη διάρκεια της επέμβασης ήταν καθοριστική.