αποδίδω

ρήμα

1. Παραδίδω ή επιστρέφω κάτι σε κάποιον που το δικαιούται ή το ανέμενε.

2. Παράγω ή προσφέρω αποτέλεσμα, όφελος ή απόδοση για εργασία, επένδυση, γη ή άλλη πηγή.

3. Καταβάλλω ή παραδίδω χρήματα, εισφορές ή φόρους στην αρμόδια αρχή ή σε δικαιούχο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Συνήθως αποδίδω την επιτυχία μου στη σκληρή δουλειά της ομάδας.
  • Κάθε χρόνο αποδίδω φόρο τιμής στους καλλιτέχνες του χωριού.
  • Δεν αποδίδω ευθύνες χωρίς σαφείς αποδείξεις.
  • Με το σωστό πρόγραμμα μελέτης αποδίδω καλύτερα στις εξετάσεις.
  • Ως επιχειρηματίας, προσπαθώ να αποδίδω τους φόρους στην ώρα τους.