αποδίδω
ρήμα1. Παραδίδω ή επιστρέφω κάτι σε κάποιον που το δικαιούται ή το ανέμενε.
2. Παράγω ή προσφέρω αποτέλεσμα, όφελος ή απόδοση για εργασία, επένδυση, γη ή άλλη πηγή.
3. Καταβάλλω ή παραδίδω χρήματα, εισφορές ή φόρους στην αρμόδια αρχή ή σε δικαιούχο.
Συνώνυμα
επιστρέφω πληρώνω τιμώ επιρρίπτω προσδίδω αναγνωρίζω καταβάλλω καταλογίζω δίνω παραδίδω αποφέρω παράγω εκτελώ επιβραβεύω αναπαράγω αναπαριστώ αποτυπώνω εκφράζω εξοφλώ ερμηνεύω πιάνω βγάζω ξεπληρώνω παριστάνω ανταποδίδω απεικονίζω επιδίδω υποδύομαι εκχωρώ προσάπτω παρουσιάζω επιδεικνύω αποζημιώνω παραχωρώ χορηγώ λειτουργώ ωφελώ αντεπεξέρχομαι αξιώνω αποπληρώνω αφιερώνω διαμοιράζω κατανέμω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συνήθως αποδίδω την επιτυχία μου στη σκληρή δουλειά της ομάδας.
- Κάθε χρόνο αποδίδω φόρο τιμής στους καλλιτέχνες του χωριού.
- Δεν αποδίδω ευθύνες χωρίς σαφείς αποδείξεις.
- Με το σωστό πρόγραμμα μελέτης αποδίδω καλύτερα στις εξετάσεις.
- Ως επιχειρηματίας, προσπαθώ να αποδίδω τους φόρους στην ώρα τους.