απελευθερώνομαι
ρήμα1. Αποκτώ την ελευθερία από δεσμούς, περιορισμούς ή αιχμαλωσία, παύοντας να είμαι υπό εξωτερικό έλεγχο.
2. Απαλλάσσομαι από υποχρεώσεις, εξαρτήσεις ή επιρροές που περιορίζουν την αυτονομία μου.
Συνώνυμα
ελευθερώνομαι απεγκλωβίζομαι αποδεσμεύομαι απαλλάσσομαι λυτρώνομαι απολύομαι απεμπλέκομαι δραπετεύω αποδράω ξεφεύγω απεξαρτώνομαι ξεμπλοκάρομαι ξεκολλάω αθωώνομαι
Αντώνυμα
δεσμεύομαι φυλακίζομαι σκλαβώνομαι υποδουλώνομαι καθηλώνομαι κρατούμαι πιάνομαι υποβάλλομαι συλλαμβάνομαι καταστέλλομαι παγιδεύομαι σφηνώνομαι εξαρτώμαι εγκλωβίζομαι περιορίζομαι καταπιέζομαι κρέμομαι αγωνιώ κατηγορούμαι κλείνομαι μπλοκάρομαι προσκολλάμαι υπόκειμαι κολλάω δένομαι συγκρατούμαι αφοσιώνομαι ελέγχομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά από μήνες αιχμαλωσίας, όταν ακούω την πόρτα να ανοίγει, νιώθω ότι απελευθερώνομαι.
- Όταν μιλάω για τα προβλήματά μου, απελευθερώνομαι από το βάρος της σιωπής.
- Από τη μέρα που κόβω το κάπνισμα, απελευθερώνομαι σιγά σιγά από την ανάγκη για νικοτίνη.
- Με την πτώση του καταπιεστικού καθεστώτος, ως πολίτης νιώθω ότι απελευθερώνομαι.
- Όταν ζωγραφίζω, για λίγες ώρες απελευθερώνομαι και ξεχνάω τις σκοτούρες.