κατηγορούμαι
ρήμα1. Υφίσταμαι δήλωση ή ισχυρισμό από άλλον ότι έχω διαπράξει παράπτωμα, αδίκημα ή άλλη απαράδεκτη πράξη.
2. Υπόκειμαι σε επίσημη νομική διαδικασία κατά την οποία απαγγέλλονται εις βάρος μου κατηγορίες ή ερευνώνται αξιόποινες πράξεις.
Συνώνυμα
ενοχοποιούμαι διώκομαι καταγγέλλομαι συκοφαντούμαι κατακρίνομαι παραπέμπομαι χρεώνομαι καρφώνομαι φταίω εμπλέκομαι στοχοποιούμαι φορτώνομαι φωτογραφίζομαι στιγματίζομαι υποπτεύομαι ευθύνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κατηγορούμαι για κλοπή, αλλά είμαι αθώος.
- Στη συνεδρία, ένιωσα ότι κατηγορούμαι άδικα από τους συναδέλφους.
- Στη δίκη, ο εισαγγελέας είπε ότι κατηγορούμαι για απάτη.
- Μου φάνηκε περίεργο που κατηγορούμαι συνεχώς για τα ίδια λάθη.
- Ακόμα και όταν προσπαθώ να βοηθήσω, κατηγορούμαι ότι αναμιγνύομαι.