αθωώνομαι

ρήμα

1. Να κηρύσσομαι αθώος με απόφαση δικαστικής αρχής ή να διακόπτεται η ποινική δίωξη εναντίον κάποιου.

2. Να αποδεικνύεται, μετά από εξέταση στοιχείων ή έρευνα, ότι ένα πρόσωπο δεν διέπραξε το φερόμενο αδίκημα ή δεν φέρει την ευθύνη.

Συνώνυμα

απαλλάσσομαι απαλλάττομαι δικαιώνομαι αποκαθίσταμαι ελευθερώνομαι ξεπλένομαι εξαγνίζομαι ξεμπερδεύομαι απελευθερώνομαι

Αντώνυμα

καταδικάζομαι ενοχοποιούμαι φταίω ευθύνομαι κατηγορούμαι φυλακίζομαι συλλαμβάνομαι παραπέμπομαι κατακρίνομαι τιμωρούμαι χαρακτηρίζομαι

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά από μια μακρά δίκη, αθωώνομαι από όλες τις κατηγορίες.
  • Όταν αποκαλύφθηκαν τα πραγματικά γεγονότα, ένιωσα ότι αθωώνομαι από κάθε υποψία.
  • Παρά τις φήμες στη δουλειά, χάρη στα έγγραφα αθωώνομαι και ξανακερδίζω την αξιοπιστία μου.
  • Μόλις βγήκαν τα αποτελέσματα του ελέγχου, έπαψα να φοβάμαι γιατί αθωώνομαι.
  • Εξηγώ με ειλικρίνεια τι συνέβη και ελπίζω ότι στο τέλος αθωώνομαι από την οικογένειά μου.