απάνθρωπος
επίθετο1. Που στερείται ανθρωπιάς και συμπόνιας, ενεργεί με σκληρότητα ή βάναυση συμπεριφορά απέναντι σε ανθρώπους ή ζώα.
2. Που υπερβαίνει τα όρια της συμβατικής σκληρότητας, προκαλώντας αφόρητο πόνο, ταπείνωση ή καταπίεση.
Συνώνυμα
ανάλγητος άσπλαχνος ανήλεος αμείλικτος αδίστακτος βάρβαρος βαρβαρικός σαδιστικός κτηνώδης σκληρόκαρδος άψυχος βδελυρός κακός άκαρδος ανελέητος βάναυσος σκληρός αγρίος βίαιος ψυχρός αδιάφορος στυγερός πρωτόγονος εξοντωτικός αποτρόπαιος φρικιαστικός άγριος αποτροπιαστικός κακόβουλος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι συνθήκες εργασίας στο ορυχείο ήταν απάνθρωπες.
- Ο διευθυντής ήταν απάνθρωπος απέναντι στους εργαζομένους του.
- Το βαρύ πρόγραμμα σπουδών ήταν σχεδόν απάνθρωπο για τους φοιτητές.
- Η απόφαση να μειώσουν την ιατρική περίθαλψη κρίθηκε απάνθρωπη από πολλούς πολίτες.
- Οι βασανιστές παρουσιάστηκαν ως απάνθρωποι στη δίκη.