ανοχή

ουσιαστικό

1. Η ικανότητα ενός ατόμου, μιας ομάδας ή ενός συστήματος να δέχεται ή να ανέχεται διαφορετικές απόψεις, συμπεριφορές ή συνθήκες χωρίς άμεση εχθρότητα, αποκλεισμό ή διακοπή της λειτουργίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανοχή απέναντι στις διαφορετικές απόψεις είναι απαραίτητη για μια δημοκρατική κοινωνία.
  • Έδειξε μεγάλη ανοχή όταν τα παιδιά τον πείραζαν όλη μέρα.
  • Η ανοχή στο φάρμακο αυξήθηκε μετά από εβδομάδες θεραπείας, οπότε οι γιατροί αναπροσάρμοσαν τη δόση.
  • Στη μηχανολογία, η ανοχή των διαστάσεων καθορίζει το επιτρεπτό όριο σφάλματος για τα εξαρτήματα.
  • Η μεταμόσχευση πέτυχε καθώς αναπτύχθηκε ανοχή του οργανισμού στο νέο μόσχευμα.