ανοργανωσιά

ουσιαστικό

1. Κατάσταση έλλειψης συστηματικής οργάνωσης ή δομής σε χώρο, σχέδιο, διαδικασία ή συμπεριφορά, όπου τα στοιχεία και οι ενέργειες δεν ακολουθούν καθορισμένη σειρά ή λειτουργικό σύστημα, με αποτέλεσμα δυσχέρεια στον εντοπισμό αντικειμένων, στην εκτέλεση εργασιών και στον συντονισμό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανοργανωσιά στο γραφείο προκαλεί συνεχείς καθυστερήσεις.
  • Την ανοργανωσιά του δωματίου δεν την αντέχω άλλο.
  • Η ανοργανωσιά των διαδικασιών έθεσε σε κίνδυνο την παράδοση του έργου.
  • Αν δεν αλλάξει η ανοργανωσιά, οι πελάτες θα διαμαρτυρηθούν.
  • Η ανοργανωσιά που χαρακτηρίζει την ομάδα μας προέρχεται από έλλειψη σαφών ρόλων.