αναστατωμένος

επίθετο

1. Που βρίσκεται σε ψυχική ή συναισθηματική αναστάτωση, με έντονη εσωτερική ταραχή, δυσκολία στην ηρεμία και ασταθή σκέψη ή διάθεση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης ήταν αναστατωμένος όταν άκουσε τα νέα.
  • Η μητέρα έμεινε αναστατωμένη μέχρι να βρει το παιδί της.
  • Όλοι οι γείτονες ήταν αναστατωμένοι μετά τον σεισμό.
  • Το δωμάτιο ήταν αναστατωμένο, με ρούχα και χαρτιά πεταμένα παντού.
  • Το στομάχι της ήταν αναστατωμένο και δεν μπορούσε να φάει.