αναστατωμένος
επίθετο1. Που βρίσκεται σε ψυχική ή συναισθηματική αναστάτωση, με έντονη εσωτερική ταραχή, δυσκολία στην ηρεμία και ασταθή σκέψη ή διάθεση.
Συνώνυμα
ταραγμένος θορυβημένος νευρικός διαταραγμένος εκνευρισμένος ανήσυχος αγχωμένος πελαγωμένος αλαφιασμένος σοκαρισμένος πανικόβλητος αλλόφρων ταραχώδης ενοχλημένος προβληματισμένος στρεσαρισμένος συγκλονισμένος τεταμένος χαοτικός αμήχανος ζαλισμένος συντετριμμένος εμβρόντητος αφηρημένος αγανακτισμένος θυμωμένος περίλυπος μπερδεμένος αποδιοργανωμένος οργισμένος συγχυσμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης ήταν αναστατωμένος όταν άκουσε τα νέα.
- Η μητέρα έμεινε αναστατωμένη μέχρι να βρει το παιδί της.
- Όλοι οι γείτονες ήταν αναστατωμένοι μετά τον σεισμό.
- Το δωμάτιο ήταν αναστατωμένο, με ρούχα και χαρτιά πεταμένα παντού.
- Το στομάχι της ήταν αναστατωμένο και δεν μπορούσε να φάει.