αναπαύομαι
ρήμα1. Διακόπτω προσωρινά σωματική ή πνευματική δραστηριότητα και εισέρχομαι σε κατάσταση σωματικής ή ψυχικής ανάπαυσης.
2. Βρίσκομαι σε κατάσταση ηρεμίας και γαλήνης, χωρίς αναστάτωση ή έντονη ανησυχία.
Συνώνυμα
ξεκουράζομαι ξαποσταίνω ηρεμώ ησυχάζω χαλαρώνω κοιμάμαι ξαπλώνω ξαπλώνομαι κείτομαι ρεμβάζω αράζω νυστάζω ησυχάζομαι ηρεμιάζω ανακουφίζομαι καθίζω καθησυχάζομαι βολεύομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά από μια κουραστική μέρα, αναπαύομαι στον καναπέ.
- Κάθε μεσημέρι, για είκοσι λεπτά, αναπαύομαι πριν συνεχίσω τη δουλειά.
- Στις δύσκολες στιγμές, αναπαύομαι στους φίλους μου.
- Εύχομαι όταν πεθάνω να αναπαύομαι εν ειρήνη.
- Στην προσευχή αναπαύομαι και βρίσκω γαλήνη.