κοιμάμαι
ρήμα1. Εισέρχομαι ή παραμένω σε κατάσταση φυσικής ανάπαυσης (ύπνου), με μείωση της συνειδητότητας, της κινητικότητας και της αντίληψης, κατά την οποία ο οργανισμός ανανεώνεται και αποκαθιστά ενέργεια.
Συνώνυμα
υπνώ καθεύδω κοιμούμαι πέφτω αποκοιμάμαι υπνάω χουζουρεύω αναπαύομαι πεθαίνω υπνοβατώ ξεκουράζομαι ξαπλώνω σβήνομαι ξαπλώνομαι αποθνήσκω τεμπελιάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε βράδυ κοιμάμαι περίπου οκτώ ώρες.
- Τις Κυριακές κοιμάμαι μέχρι αργά.
- Συνήθως κοιμάμαι στον καναπέ όταν βλέπω ταινία.
- Αν κοιμάμαι, μην με ξυπνάς.
- Σε διακοπές κοιμάμαι χωρίς ξυπνητήρι.