ανανέωση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα του να γίνει κάτι πάλι νέο ή ενημερωμένο, με αποκατάσταση, βελτίωση ή αντικατάσταση στοιχείων που έχουν φθαρεί ή λήξει.

2. Ενέργεια παράτασης της διάρκειας ή επαναβεβαίωσης της ισχύος εγγράφων, συνδρομών, συμβάσεων ή αδειών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανανέωση της συνδρομής πρέπει να γίνει πριν από το τέλος του μήνα.
  • Ζήτησε την ανανέωση του διαβατηρίου της επειγόντως.
  • Η ανανέωση της σελίδας θα εμφανίσει τα τελευταία σχόλια.
  • Μετά την ανανέωση των χώρων, το γραφείο μοιάζει καινούργιο.
  • Νιώθω μια ανανέωση ενέργειας μετά τις διακοπές.