αναίσθητος

επίθετο

1. Που έχει απώλεια συνείδησης και δεν αντιλαμβάνεται το περιβάλλον, συνήθως λόγω τραυματισμού, ασθένειας ή ιατρικής αναισθησίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο τραυματίας ήταν αναίσθητος όταν τον βρήκαμε.
  • Η αντίδρασή της ήταν εντελώς αναίσθητη, χωρίς ίχνος συμπόνιας.
  • Τα δάχτυλά του έγιναν αναίσθητα από το κρύο.
  • Παρουσιάστηκε αναίσθητος απέναντι στον πόνο των άλλων.
  • Το αναισθητικό έκανε το δέρμα αναίσθητο πριν την επέμβαση.