ανέχομαι

ρήμα

1. Παραμένω χωρίς αντίδραση απέναντι σε συμπεριφορά, πράξη ή κατάσταση που με ενοχλεί, προσβάλλει ή βλάπτει και δεν την απομακρύνω.

2. Δεν παρεμποδίζω τη διατήρηση ή την παρουσία κάποιου προσώπου, αντικειμένου ή κατάστασης σε χώρο, σχέση ή διαδικασία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τον ανέχομαι γιατί είναι καλός φίλος.
  • Στο σπίτι μου ανέχομαι λίγη ακαταστασία, αλλά όχι αδιαφορία.
  • Μετά το χειρουργείο δεν ανέχομαι δυνατούς πόνους.
  • Προσπαθώ να ανέχομαι διαφορετικές απόψεις στις συζητήσεις.
  • Δεν ανέχομαι τα ψέματα και λέω πάντα την αλήθεια.