αμεριμνησία
ουσιαστικόΚατάσταση ψυχικής ηρεμίας και έλλειψης μέριμνας ή ανησυχίας, κατά την οποία το άτομο δεν βιώνει έντονο προβληματισμό για πιθανές συνέπειες ή κινδύνους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αμεριμνησία του τον έκανε να ξεχάσει τα κλειδιά μέσα στο αυτοκίνητο.
- Το καλοκαίρι στην εξοχή τους πρόσφερε αμεριμνησία και ξεκούραση.
- Οι γιατροί εξέταζαν την πιθανή οργανική αιτία της αμεριμνησίας.
- Μια στιγμή αμεριμνησίας στην εργασία μπορεί να προκαλέσει σοβαρό ατύχημα.
- Η μουσική της έδωσε ένα αίσθημα αμεριμνησίας, σαν να είχε χαθεί ο χρόνος.