αισιόδοξος

επίθετο

1. Που έχει την τάση να αναμένει ευνοϊκή έκβαση σε μελλοντικά γεγονότα ή καταστάσεις.

2. Που αντιμετωπίζει δυσκολίες και αβεβαιότητες με προσδοκία καλής έκβασης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είμαι αισιόδοξος για το μέλλον της ομάδας.
  • Η αισιόδοξη μαθήτρια προετοιμάζεται καθημερινά για τις εξετάσεις.
  • Οι αισιόδοξοι αναλυτές προβλέπουν ανάκαμψη της οικονομίας τους επόμενους μήνες.
  • Μην είσαι αισιόδοξος χωρίς σχέδιο, χρειάζεται και προετοιμασία.
  • Παρά τις δυσκολίες, η ομάδα παρέμεινε αισιόδοξη.