ήττα
ουσιαστικό1. Αποτέλεσμα αγώνα, σύγκρουσης ή αντιπαράθεσης κατά το οποίο ένα άτομο, ομάδα ή κόμμα χάνει, χάνει την υπεροχή ή αναγκάζεται να υποχωρήσει, με συνεπακόλουθη απώλεια σκοπών, θέσης ή εξουσίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ομάδα υπέστη βαριά ήττα στον τελικό.
- Η παράταξη υπέστη ήττα στις εθνικές εκλογές.
- Ένιωσε την ήττα ως προσωπική αποτυχία, αλλά συνέχισε να προσπαθεί.
- Η απόφαση του δικαστηρίου σήμανε ήττα για την εταιρεία.
- Η ήττα του φόβου έφερε αληθινή ελευθερία.