άνετος
επίθετο1. Που προσφέρει φυσική άνεση και ευκολία στο σώμα, χωρίς πόνο ή ενόχληση.
2. Που προκαλεί ή εκφράζει ψυχική χαλάρωση και απουσία έντασης ή άγχους.
3. Που είναι ευρύχωρο ή δεν περιορίζει την κίνηση, δίνοντας ελευθερία κινήσεων.
Συνώνυμα
αναπαυτικός βολικός χαλαρός ανέμελος ευρύχωρος εργονομικός αναπαυμένος φαρδύς χαλαρωμένος ξεκούραστος μαλακός ήρεμος αμέριμνος κουλ πρακτικός ευχάριστος εύκολος ευκατάστατος εύχρηστος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καναπές στο σαλόνι είναι άνετος.
- Η καρέκλα της κουζίνας είναι άνετη.
- Το παντελόνι που φόρεσα είναι πολύ άνετο για όλη την ημέρα.
- Ήταν τόσο φιλική που με έκανε να νιώσω άνετος να μιλήσω.
- Μου είναι άνετο να συναντηθούμε μετά τις έξι.
- Τα παπούτσια που αγόρασα είναι πολύ άνετα.