δυσχερής
επίθετο1. Που απαιτεί υπερβολική προσπάθεια, χρόνο ή μέσα για να πραγματοποιηθεί εξαιτίας εμποδίων, πολύπλοκων συνθηκών ή αντίξοων παραγόντων.
Συνώνυμα
δύσκολος ζόρικος αμήχανος χαλεπός περίπλοκος πολύπλοκος δυσεπίλυτος προβληματικός ασύμφορος πολυσύνθετος άβολος δυσμενής επίπονος κοπιαστικός δυσβάσταχτος επαχθής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατάσταση είναι δυσχερής.
- Η οικονομική θέση της εταιρείας είναι δυσχερής.
- Η πρόσβαση στο χωριό μετά τη βροχή είναι δυσχερής.
- Η συμφωνία έγινε δυσχερής λόγω των πολλών όρων.
- Η κλινική εικόνα του ασθενούς είναι δυσχερής.