άδεια
ουσιαστικό1. Έγγραφη ή προφορική χορήγηση έγκρισης που επιτρέπει την εκτέλεση κάποιας ενέργειας.
2. Χρονική περίοδος κατά την οποία εργαζόμενος αποδεσμεύεται από την εργασία για ανάπαυση, θεραπεία ή προσωπικούς λόγους.
Συνώνυμα
δίπλωμα αδεία κενό άδειος κενός συγκατάθεση εξουσιοδότηση επιτρεπτικό έγκριση ρεπό διακοπές απουσία ένταλμα δικαίωμα πέρασμα ευλογία αργία θεώρηση παραχώρηση συναίνεση πιστοποιητικό ελευθερία πληρεξούσιο εισιτήριο πρόσβαση αρμοδιότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πήρε άδεια από τη δουλειά για δύο εβδομάδες.
- Χρειάζεσαι άδεια οδήγησης για να οδηγήσεις το αυτοκίνητο.
- Η τσάντα του ήταν άδεια και δεν υπήρχε τίποτα μέσα.
- Η θέση δίπλα στο παράθυρο είναι άδεια.
- Μη μπαίνεις στην αποθήκη χωρίς άδεια.
- Έλαβα άδεια λειτουργίας για το κατάστημα.