χειρουργείο
ουσιαστικό1. Χώρος ή αίθουσα, συνήθως ειδικά εξοπλισμένη σε νοσοκομείο ή κλινική, όπου διεξάγονται χειρουργικές επεμβάσεις υπό αναισθησία με την παρουσία ιατρικού και παραϊατρικού προσωπικού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι νοσηλευτές έτρεχαν στο χειρουργείο για να προετοιμάσουν τον ασθενή.
- Η ασθενής μπήκε στο χειρουργείο για αφαίρεση του όγκου.
- Το χειρουργείο του νοσοκομείου λειτουργεί όλο το 24ωρο.
- Ο χειρουργός έκανε ένα πολύπλοκο χειρουργείο στην καρδιά.
- Μετά το χειρουργείο ο ασθενής χρειάζεται φυσιοθεραπεία.