μαζικός
επίθετο1. Που αφορά ή περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό ανθρώπων ή πραγμάτων.
2. Που πραγματοποιείται ή διαδίδεται σε μεγάλη κλίμακα, με συμμετοχή πολλών ατόμων ή μεγάλη κυκλοφορία.
Συνώνυμα
συλλογικός ομαδικός λαϊκός δημοφιλής διαδεδομένος πληθυσμιακός πολυπληθής πολυμελής τυποποιημένος συνολικός εκτεταμένος ογκώδης τεράστιος αγελαίος οχλοκρατικός βιομηχανικός χονδρικός συμπαγής συγκεντρωτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μαζικός εμβολιασμός των πολιτών ξεκίνησε τον Ιανουάριο.
- Η μαζική διαδήλωση συγκέντρωσε χιλιάδες ανθρώπους στην πλατεία.
- Η μαζική παραγωγή των προϊόντων μείωσε το κόστος ανά μονάδα.
- Το μαζικό φαινόμενο της αστικοποίησης αλλάζει τη δομή των πόλεων.
- Ανακαλύφθηκαν μαζικοί τάφοι στην απομακρυσμένη περιοχή.