προσεύχομαι
ρήμα1. Απευθύνω λέξεις, σκέψεις ή σιωπηρή καρδιακή έκκληση προς έναν θεό ή υπερφυσική οντότητα ζητώντας βοήθεια, καθοδήγηση, ευχαριστία ή άφεση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε βράδυ προσεύχομαι για την οικογένειά μου.
- Στην εκκλησία προσεύχομαι με βαθιά κατάνυξη.
- Πριν από τη συνέντευξη προσεύχομαι να τα πάω καλά.
- Σε δύσκολες στιγμές προσεύχομαι για παρηγοριά και δύναμη.
- Σιωπηλά προσεύχομαι για όσους υποφέρουν.