επαρχία
ουσιαστικό1. Γεωγραφική και διοικητική ενότητα ενός κράτους ή τοπικής διοίκησης με καθορισμένα όρια και αρμοδιότητες, που υπηρετεί την οργάνωση και τη διοίκηση ενός συγκεκριμένου τμήματος της επικράτειας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επαρχία έχει τη δική της διοικητική δομή και αρμοδιότητες.
- Μεγάλωσε στην επαρχία και μετακόμισε στην πόλη για δουλειά.
- Στην επαρχία οι γιορτές και τα έθιμα διατηρούνται πιο ζωντανά.
- Παλαιότερα κάθε επαρχία όριζε δικά της δικαστήρια και γραφειοκρατικά όργανα.
- Η νοοτροπία της επαρχίας συχνά θεωρείται πιο συντηρητική σε σύγκριση με την πρωτεύουσα.