φυλή
ουσιαστικό1. Ομάδα ανθρώπων με κοινά πολιτιστικά, γλωσσικά ή ιστορικά χαρακτηριστικά και αίσθηση συλλογικής ταυτότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φυλή των Μασάι διατήρησε τις παραδόσεις της.
- Η φυλή των λύκων στο βουνό έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνη της πεδινής περιοχής.
- Στο παιχνίδι, κάθε φυλή διαθέτει ξεχωριστές ικανότητες και αποστολές.
- Οι φυλές του νησιού ζουν αρμονικά παρά τις διαφορετικές γλώσσες.
- Μερικές φορές αισθάνεται σαν να ανήκει σε άλλη φυλή, λόγω του διαφορετικού τρόπου ζωής του.