μεριά

ουσιαστικό

1. Θέση ή σημείο που δηλώνει προσανατολισμό ή κατεύθυνση σε σχέση με κάποιο σημείο αναφοράς.

2. Τοπική ζώνη εντός ενός ευρύτερου χώρου, προσδιοριζόμενη ως συγκεκριμένο τμήμα με χαρακτηριστικά ή χρήση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Από αυτή τη μεριά φαίνεται καλύτερα το ηλιοβασίλεμα.
  • Η μεριά του χωριού που βρίσκεται κοντά στον ποταμό είναι πιο ήσυχη.
  • Πάρε τη σακούλα και πήγαινε προς την άλλη μεριά του δρόμου.
  • Απ' αυτή τη μεριά του χάρτη δεν έχουμε πολλές πληροφορίες.
  • Κοίταξε προς τη μεριά της θάλασσας — φαίνεται ένα καράβι.