φορέας
ουσιαστικό1. Πρόσωπο, οργανισμός ή μονάδα που μεταφέρει ή μεταδίδει υλικά, πληροφορίες, ιδέες, νόσους ή γενετικό υλικό από ένα σημείο ή φορέα σε άλλο.
Συνώνυμα
οργανισμός οργάνωση ίδρυμα υπηρεσία πάροχος μεταφορέας μεταδότης κάτοχος εκπρόσωπος θεσμός οντότητα σκελετός όργανο υπουργείο ινστιτούτο πύραυλος πομπός παράγοντας επιχείρηση μέσο διανομέας μεσάζων αγωγός σωματείο εντολέας μοχλός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φορέας του έργου ανακοίνωσε τις νέες δράσεις.
- Ο ασυμπτωματικός φορέας μετέδωσε τον ιό χωρίς να το ξέρει.
- Είναι φορέας ενός υπολειπόμενου γονιδίου, σύμφωνα με το τεστ.
- Ο κύριος φορέας της γέφυρας υπέστη ζημιές από τον σεισμό.
- Το περιοδικό λειτουργεί ως φορέας πολιτιστικών ειδήσεων.